σύρω


σύρω
тащу, влеку

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "σύρω" в других словарях:

  • συρῶ — σύρω draw aor subj pass 1st sg (attic epic doric) σῠρῶ , σύρω draw fut ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σύρω — σύρω, έσυρα βλ. πίν. 217 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • σύρω — ΝΜΑ, και σέρνω και σύρνω ΝΜ, και σούρνω Ν 1. έλκω, τραβώ (α. «τόν έπιασε και τόν έσυρε έξω» β. «μέχρι τῶν σφυρῶν τὴν ἐσθῆτα σύρων», Δίων Κασσ.) 2. μετακινώ κάτι πάνω στο έδαφος («σέρνει το φόρεμά της») 3. (ενεργ. και μέσ.) έρπω νεοελλ. 1.… …   Dictionary of Greek

  • σύρω — σύρον neut nom/voc/acc dual σύρον neut gen sg (doric aeolic) σύρος broom masc nom/voc/acc dual σύρος broom masc gen sg (doric aeolic) σύ̱ρω , σύρω draw aor subj act 1st sg σύ̱ρω , σύρω draw pres subj act 1st sg σύ̱ρω , σύρω draw pres ind act 1st… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συρώ — άω, Α αφαιρώ, αρπάζω. [ΕΤΥΜΟΛ. Άλλος τ. αντί τού συλῶ] …   Dictionary of Greek

  • σύρω — βλ. σέρνω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Σύρω — Σύρος Syrian masc nom/voc/acc dual Σύρος Syrian masc gen sg (doric aeolic) Σύ̱ρω , Σῦρος a Syrian masc nom/voc/acc dual Σύ̱ρω , Σῦρος a Syrian masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σύρῳ — Σύρος Syrian masc dat sg Σύ̱ρῳ , Σῦρος a Syrian masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σύρῳ — σύρον neut dat sg σύρος broom masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σῦρον — σύρω draw aor imperat act 2nd sg σύρω draw pres part act masc voc sg σύρω draw pres part act neut nom/voc/acc sg σύρω draw imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) σύρω draw imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σεσυρμένα — σύρω draw perf part mp neut nom/voc/acc pl σεσυρμένᾱ , σύρω draw perf part mp fem nom/voc/acc dual σεσυρμένᾱ , σύρω draw perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)